Το τελευταίο διάστημα δημοσιεύματα που βασίζονται στο βιβλίο Morbid του πρωτοεμφανιζόμενου Βρετανού ερευνητή Saul Justin Newman επιχειρούν να αμφισβητήσουν τη φήμη της Ικαρίας ως τόπου μακροζωίας. Η κριτική στην έρευνα γύρω από τις λεγόμενες «Blue Zones» είναι θεμιτή. Η επιστήμη οφείλει να εξετάζει, να αμφισβητεί και να επανελέγχει τα δεδομένα της.
Όμως άλλο πράγμα η αμφισβήτηση και άλλο η δημιουργία εντυπώσεων.
Ο άνθρωπος που αμφισβητεί τη μακροζωΐα στην Ικαρία: Λάθη στα ληξιαρχεία ή απάτη για συντάξεις
Στο συγκεκριμένο αφήγημα γίνεται συχνά αναφορά σε περιπτώσεις λανθασμένων μητρώων, ανθρώπων που παρέμεναν καταγεγραμμένοι μετά τον θάνατό τους και περιπτώσεων παράνομης είσπραξης συντάξεων. Πρόκειται για πραγματικά περιστατικά που καταγράφηκαν στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Ιαπωνία. Το ερώτημα όμως είναι απλό:
Υπάρχει έστω μία τεκμηριωμένη περίπτωση στην Ικαρία που να αποδεικνύει ότι η φήμη της μακροζωίας του νησιού βασίστηκε σε ανθρώπους που είχαν πεθάνει αλλά εμφανίζονταν ως ζωντανοί για να εισπράττονται συντάξεις;
Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο τέτοιο στοιχείο.
Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει είναι ότι ένα γενικό πρόβλημα διοικητικών μητρώων χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει έναν συνειρμό στον αναγνώστη: αφού υπήρξαν νεκροί που εμφανίζονταν ως ζωντανοί σε ορισμένες περιπτώσεις, τότε ίσως κάτι αντίστοιχο να εξηγεί και τη μακροζωία της Ικαρίας.
Όμως οι συνειρμοί δεν είναι αποδείξεις.
Η Ικαρία δεν έγινε γνωστή διεθνώς επειδή κάποια ληξιαρχεία έγραφαν λάθος ηλικίες. Έγινε γνωστή επειδή οι άνθρωποι που καταγράφονταν ως υπερήλικες υπήρχαν πραγματικά. Ζούσαν στα χωριά, συμμετείχαν στην καθημερινή ζωή, έδιναν συνεντεύξεις, ήταν γνωστοί στους συγχωριανούς τους και στις τοπικές κοινωνίες. Πολλοί από εκείνους που εμφανίστηκαν στα ντοκιμαντέρ και στις έρευνες των προηγούμενων δεκαετιών έφυγαν από τη ζωή λίγα χρόνια αργότερα, γεγονός που από μόνο του καταρρίπτει το αφήγημα περί «ανθρώπων που υπήρχαν μόνο στα χαρτιά».
Βεβαίως, σε παλαιότερες εποχές δεν ήταν σπάνιο να υπάρχουν αποκλίσεις στην ακριβή καταγραφή της ημερομηνίας γέννησης, ιδιαίτερα στην ελληνική ύπαιθρο των αρχών του 20ού αιώνα. Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από τον ισχυρισμό περί οργανωμένης ή εκτεταμένης απάτης.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Ικαρία δεν κατασκεύασε η ίδια τον μύθο των Blue Zones. Δεν ήταν οι Ικαριώτες που ξεκίνησαν μια παγκόσμια καμπάνια προώθησης της μακροζωίας τους. Η ένταξη του νησιού στις Blue Zones προήλθε από εξωτερικούς ερευνητές, δημοσιογράφους και παραγωγές ντοκιμαντέρ. Μάλιστα, αν κρίνει κανείς από το πόσο περιορισμένα αξιοποιήθηκε εμπορικά αυτή η δημοσιότητα, θα μπορούσε να πει ότι η Ικαρία μάλλον δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τη φήμη της στον βαθμό που θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος τουριστικός προορισμός.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάθε αναφορά ηλικίας 100 ή 105 ετών ήταν απολύτως ακριβής. Το ερώτημα είναι αν η Ικαρία παρουσίαζε και παρουσιάζει χαρακτηριστικά που συνδέονται με καλύτερη υγεία και αυξημένο προσδόκιμο ζωής. Η καθημερινή φυσική δραστηριότητα, η μεσογειακή διατροφή, οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί, η περιορισμένη αστικοποίηση και ο διαφορετικός ρυθμός ζωής αποτελούν στοιχεία που έχουν καταγραφεί επανειλημμένα και δεν μπορούν να διαγραφούν με μια γενίκευση περί «λαθών στα ληξιαρχεία».
Η συζήτηση για τη μακροζωία αξίζει να γίνεται με επιστημονική σοβαρότητα. Αλλά αν κάποιος θέλει να αμφισβητήσει την ιδιαίτερη θέση της Ικαρίας, οφείλει να το κάνει με στοιχεία που αφορούν την Ικαρία και όχι με ιστορίες από άλλες χώρες ή με γενικεύσεις που αφήνουν υπονοούμενα χωρίς αποδείξεις.
Η επιστήμη χρειάζεται αμφισβήτηση. Χρειάζεται όμως και τεκμηρίωση. Και μέχρι να παρουσιαστούν πραγματικά στοιχεία που να αποδεικνύουν το αντίθετο, η μακροζωία που χαρακτήρισε γενιές Ικαριωτών παραμένει μια πραγματικότητα που έζησαν, είδαν και θυμούνται οι ίδιοι οι κάτοικοι του νησιού.


