Υπάρχει ένα ερώτημα που λίγοι τολμούν να διατυπώσουν δημόσια, αν και όλοι το νιώθουμε κάθε φορά που κοιτάμε το νησί μας: η Ικαρία έχει μέλλον ή απλώς επιβιώνει;
Χρόνο με τον χρόνο μοιάζει να χάνει κομμάτι του εαυτού της — κι αυτό δεν είναι ζήτημα συναισθήματος ή νοσταλγίας. Είναι το πιο πρακτικό ερώτημα που μπορεί να κάνει σήμερα ένας Ικαριώτης ή μια Ικαριώτισσα, γιατί από την απάντησή του κρίνεται αν τα επόμενα χρόνια θα έχουμε έναν τόπο ζωντανό ή ένα όμορφο σκηνικό που σιγά σιγά αδειάζει.
Κι όμως, η απάντηση δεν κρύβεται στο παρελθόν· κρύβεται στη νέα γενιά. Μιλάμε για τη λεγόμενη Gen Z — μια γενιά που, σε αντίθεση με όσες προηγήθηκαν, γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην αστάθεια και την αβεβαιότητα. Οικονομικές κρίσεις και διαρκείς μεταβολές, πόλεμοι, μια πανδημία, ραγδαίες τεχνολογικές ανατροπές — ένας κόσμος που αλλάζει τους κανόνες του κάθε λίγα χρόνια. Αυτή η γενιά δεν γνώρισε τη βεβαιότητα της μιας σταθερής δουλειάς για μια ζωή ή του εγγυημένου μέλλοντος που θεωρούσαν δεδομένο οι παππούδες της. Έμαθε, αναγκαστικά, να ζει χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Όμως πάνω ακριβώς σε αυτή την αβεβαιότητα γεννιέται και κάτι πολύτιμο: η ανάγκη για ένα σταθερό πεδίο δημιουργίας. Όταν τα πάντα γύρω σου είναι ρευστά, ψάχνεις ένα έδαφος γερό για να πατήσεις και να χτίσεις. Και ποιο πιο στέρεο έδαφος υπάρχει από τη μητέρα πατρίδα — τον τόπο που τον ξέρουμε καλύτερα κι από την παλάμη μας;
Η Ικαρία δεν είναι απλώς η καταγωγή μας· είναι το πιο φυσικό πεδίο πάνω στο οποίο αυτή η γενιά μπορεί να δοκιμάσει, να επιτύχει και να δημιουργήσει κάτι δικό της. Εκεί που ο υπόλοιπος κόσμος προσφέρει μόνο αβεβαιότητα, ο τόπος μας μπορεί να προσφέρει ρίζες και σημείο εκκίνησης.
Και βλέπω νέους Ικαριώτες και νέες Ικαριώτισσες που ξυπνούν με μια δίψα διαφορετική: δίψα για εξωστρέφεια, για ατομική εξέλιξη, για δουλειά και αποτέλεσμα. Ανθρώπους που δεν περιμένουν να τους τα χαρίσει κάποιος, αλλά είναι έτοιμοι να μάθουν, να αποκτήσουν δεξιότητες και πιστοποιήσεις, να δουλέψουν σκληρά και να χτίσουν κάτι δικό τους. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, κάτι τελείως διαφορετικό από ό,τι ήταν οι παππούδες και οι πατεράδες μας — και αυτό δεν είναι ασέβεια· είναι εξέλιξη, και είναι αναγκαία.
Για να χτίσει όμως αυτή η γενιά πάνω στον τόπο, πρέπει πρώτα να ξέρει τι ακριβώς κρατά στα χέρια της. Κι εδώ αρχίζει η συζήτηση για την ταυτότητα — γιατί η ικαριώτικη ταυτότητα δεν είναι αόριστη νοσταλγία· είναι κάτι συγκεκριμένο, και είναι περιουσία.
Έχουμε τα ξακουστά μας γλέντια, ζωντανή κοινοτική παράδοση και όχι τουριστικό θέαμα. Έχουμε τον Πράμνειο Οίνο, ένα κρασί που ύμνησε ο ίδιος ο Όμηρος — τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας μέσα σ’ ένα ποτήρι. Έχουμε τη μακροζωία: η Ικαρία είναι μία από τις ελάχιστες «Μπλε Ζώνες» του πλανήτη, ένα από τα σπάνια μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και καλύτερα, κάτι που μελετούν ερευνητές απ’ όλο τον κόσμο. Κι έχουμε τον Μύθο του Ικάρου, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα ολόκληρης της ανθρωπότητας, που γεννήθηκε εδώ, στη δική μας θάλασσα.
Τέσσερις πυλώνες: γλέντι, κρασί, μακροζωία, μύθος. Άλλα μέρη θα έδιναν τα πάντα για να έχουν έστω έναν από αυτούς· εμείς τους έχουμε και τους τέσσερις και τους αφήνουμε να σκονίζονται.
Κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο, γιατί η ταυτότητα δεν είναι θέμα περηφάνιας μόνο — είναι θέμα επιβίωσης.
Ας το πούμε όπως είναι: όλοι παραπονιούνται ότι η Ικαρία δεν έχει χρήματα, δεν έχει πόρους, δεν έχει επενδύσεις. Σωστά, αλλά η έλλειψη χρηματοδότησης δεν είναι η αρρώστια· είναι το σύμπτωμα.
Πόρους τραβάει όποιος έχει στόχους — σχέδιο, κατεύθυνση, κάτι συγκεκριμένο να χτίσει. Κι εμείς δεν έχουμε στόχους, επειδή δεν έχουμε αποφασίσει ποια θέλουμε να είναι η ταυτότητά μας.
Η αλυσίδα είναι απλή και αμείλικτη: χωρίς ταυτότητα δεν υπάρχουν στόχοι, χωρίς στόχους δεν υπάρχει χρηματοδότηση και χωρίς χρηματοδότηση δεν υπάρχει μέλλον.
Οι τέσσερις πυλώνες είναι ακριβώς η πρώτη ύλη για στόχους — πάνω σ’ αυτούς χτίζεις σχέδιο και πάνω σ’ ένα σοβαρό σχέδιο έρχεται και η χρηματοδότηση.
Αν λοιπόν έχουμε και τη γενιά και την ταυτότητα, τι μας εμποδίζει; Δύο πράγματα — το ένα έρχεται απ’ έξω, το άλλο φωλιάζει μέσα μας.
Το πρώτο φτάνει κάθε καλοκαίρι μαζί με τα πλοία. Εδώ και χρόνια, πάνω στο πραγματικό πρόσωπο της Ικαρίας έχει κολλήσει μια εισαγόμενη κουλτούρα που δεν έχει καμία σχέση με εμάς: μια λογική του «όλα επιτρέπονται», όπου το πανηγύρι γίνεται πρόσχημα για ξενύχτι και ουσίες και το νησί αντιμετωπίζεται σαν μια φτηνή πίστα εκτόνωσης.
Αυτή η νοοτροπία δεν τιμά την Ικαρία· την ευτελίζει. Μας παρουσιάζει στον υπόλοιπο κόσμο ως τόπο χωρίς σοβαρότητα και χωρίς αξιοπρέπεια, ως κάτι ασήμαντο και άχαρο — και το χειρότερο, μας μετατρέπει σε θεατές και κομπάρσους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Κι εδώ χρειάζεται μια καθαρή διάκριση: άλλο το ικαριώτικο γλέντι και άλλο η καρικατούρα του. Το αυθεντικό μας πανηγύρι γεννήθηκε ως γιορτή κοινότητας και πίστης, γύρω από τη μνήμη των αγίων μας· είναι μουσική, χορός μέχρι το πρωί, ντόπιο φαγητό και κρασί, φιλοξενία και ανθρώπινη σχέση. Δεν είναι ναρκοκουλτούρα.
Κι εδώ κρύβεται κι ένα ακόμη, πιο ύπουλο πλήγμα: ο μουσικός νεωτερισμός που, σιγά σιγά, εκτοπίζει τον αυθεντικό ήχο του πανηγυριού. Γιατί η καρδιά ενός γλεντιού δεν είναι μόνο ο τόπος ή η ώρα· είναι ο ήχος του — το βιολί, το λαούτο, ο ικαριώτικος σκοπός που κουβαλά μέσα του το πνεύμα του τόπου.
Ο ήχος και το πνεύμα είναι ένα και το αυτό· δεν χωρίζονται. Όταν λοιπόν αυτός ο ήχος παραχωρεί τη θέση του σε ηλεκτρονικά μπιτ και σε μια ομοιόμορφη, εισαγόμενη μουσική που θα μπορούσε να παίζει οπουδήποτε στον κόσμο, το πανηγύρι χάνει ακριβώς εκείνο που το κάνει δικό μας· δεν αλλάζει απλώς το πρόγραμμα, αλλοιώνεται η ίδια του η ψυχή.
Όταν αφήνουμε το ένα να περνιέται για το άλλο, δεν αποδεικνυόμαστε «ανοιχτόμυαλοι» — απλώς παραδίδουμε αμαχητί την ταυτότητά μας σε ανθρώπους που ούτε την καταλαβαίνουν ούτε τη σέβονται.
Το δεύτερο εμπόδιο είναι πιο επώδυνο, ακριβώς επειδή έρχεται από μέσα. Ένα μεγάλο μέρος της γενιάς των 60 και άνω παραμένει προσκολλημένο σε μια νοοτροπία του περασμένου αιώνα — στη λογική του «έτσι το βρήκαμε, έτσι θα το αφήσουμε» και του «έτσι ήταν πάντα».
Κι ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τη γενιά που σήμερα κρατά τα οικονομικά και κοινωνικά ηνία του νησιού. Όταν το τιμόνι το κρατά μια νοοτροπία στραμμένη στο χθες, τότε το χθες γίνεται και το αύριό μας.
Και το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι η ηλικία· είναι ο φόβος. Σέβομαι την εμπειρία και τους κόπους τους — κανείς δεν τους τα αφαιρεί — όμως η προσκόλληση στο παρελθόν τούς κάνει να αντιμετωπίζουν κάθε νέα ιδέα με καχυποψία και κάθε αλλαγή ως απειλή.
Κάθε πρόταση για κάτι διαφορετικό συναντά το ίδιο τείχος: «δεν θα πετύχει», «τι να ξέρει ο νεότερος». Το καινούριο δεν κρίνεται για το αν είναι σωστό ή λάθος· απορρίπτεται επειδή είναι, απλώς, καινούριο.
Κι όταν η αλλαγή τρομάζει περισσότερο από την ίδια τη στασιμότητα, ο φόβος γίνεται η πιο ισχυρή δύναμη του τόπου — μια δύναμη που δεν χτίζει τίποτα, μόνο εμποδίζει.
Έτσι εθελοτυφλούν μπροστά σε ζητήματα καθημερινότητας και απλής λογικής και ο τόπος δεν μπορεί ούτε σε κοινή κατεύθυνση να συμφωνήσει ούτε στόχους να βάλει — μένει στάσιμος.
Η Ικαρία, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια της στασιμότητας.
Αυτά τα δύο εμπόδια, μαζί, αφήνουν ένα κενό — κενό ταυτότητας, κενό στόχων, κενό προοπτικής. Κι εδώ ισχύει ένας νόμος που δεν τον αναιρεί καμία αδράνεια: η φύση απεχθάνεται το κενό.
Όπου υπάρχει κενό, κάτι θα έρθει να το γεμίσει· το ερώτημα είναι μόνο τι. Αν δεν το γεμίσει η νέα γενιά με σχέδιο και δουλειά, θα συνεχίσει να το γεμίζει η εισαγόμενη ευτέλεια και η στασιμότητα.
Γι’ αυτό, για τους νέους αυτού του τόπου, το να αναλάβουν δράση δεν είναι απλώς ευκαιρία· είναι επιτακτική ανάγκη.
Γι’ αυτό το ερώτημα παραμένει, απλό και αμείλικτο: Ικαρία, με ή χωρίς μέλλον;
Η απάντηση δεν θα έρθει από τον ουρανό ούτε από κάποιον σωτήρα. Είναι επιλογή — δική μας επιλογή.
Αν αφήσουμε την εισαγόμενη ευτέλεια να ορίζει την εικόνα μας και τον φόβο της αλλαγής να ορίζει τις αποφάσεις μας, το νησί θα συνεχίσει να χάνει κομμάτι κομμάτι τον εαυτό του.
Αν όμως μια γενιά που μεγάλωσε στην αβεβαιότητα διαλέξει να ριζώσει εδώ, να πατήσει πάνω στην αυθεντική μας ταυτότητα και να χτίσει, τότε η Ικαρία δεν έχει απλώς μέλλον — έχει λαμπρό μέλλον.
Το νησί μάς το παρέδωσαν με όνομα και ψυχή. Από εμάς, και μόνο από εμάς, εξαρτάται αν θα το παραδώσουμε το ίδιο ζωντανό σε όσους έρχονται.
Καλό Καλοκαίρι Καλή σεζόν στους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες
Ηλίας Ν.Σταμούλος
Μέλος Πανικαριακής Ενότητας Αλλαγής


